Υπό τη στενή παρακολούθηση της Κομισιόν βρίσκεται η Ελληνική  Επιτροπή Ανταγωνισμού ώστε να εξασφαλισθεί η  ανεξαρτησία της και η αποτελεσματική επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ, στοιχείο που αναδεικνύει την έλλειψη αξιοπιστίας της κυβέρνησης και στον έλεγχο της λειτουργίας της ελληνικής αγοράς σύμφωνα με τις προδιαγραφές της ΕΕ στον ανταγωνισμό.  Η Επίτροπος Βεστάγκερ, αρμόδια για τον ανταγωνισμό, με απάντηση της σε ερώτηση της ευρωβουλευτού της ΝΔ -ΕΛΚ Μαρίας Σπυράκη αποσαφηνίζει ότι η Κομισιόν παρακολουθεί στενά την Επιτροπή Ανταγωνισμού στην Ελλάδα αλλά και τη διοίκηση που εμπλέκεται στον ανταγωνισμό και ταυτόχρονα υπενθυμίζει ότι « τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων της εθνικής αρχής ανταγωνισμού θα είναι υποχρεωμένα να ενημερώνουν τα υπόλοιπα μέλη αν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, κληθούν να αποφασίσουν για θέμα επί του οποίου έχουν συμφέρον που θα μπορούσε να επηρεάσει την αμεροληψία τους»

Αφορμή  για την ερώτηση της κ. Σπυράκη στάθηκε ο ορισμός ως Αντιπροέδρου της Ανεξάρτητης Ελληνικής Αρχής, υπαλλήλου  η οποία ήταν αποσπασμένη στο γραφείο του υπουργού Ψηφιακής Πολιτικής κ. Παππά.

Η Επίτροπος Βεστάγκερ υπενθυμίζει  ότι  μετά την τροποποίηση του ελληνικού νόμου περί Ανταγωνισμού στις 29 Ιανουαρίου 2016, η Κομισιόν  ξεκίνησε διάλογο με τις ελληνικές αρχές για να διασφαλίσει ότι η τροπολογία δεν θα παρεμποδίσει την αποτελεσματική επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ από την Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού. “Ορισμένες ανησυχίες κρίθηκε ότι αφορούσαν το σύνολο των διοικητικών υπηρεσιών στην Ελλάδα και, ως εκ τούτου, εξετάζονται οριζοντίως. Ο διάλογος της Επιτροπής με τις ελληνικές αρχές στο πλαίσιο αυτό συνεχίζεται” επισημαίνει η κ. Βεστάγκερ επιβεβαιώνοντας ότι η Κομισιόν δυσπιστεί για την απόδοση στην εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού και στο πεδίο της διοίκησης.

Η κ. Βεστάγκερ απαντά επίσης στην Μαρία Σπυράκη και για το αν βρίσκεται ακόμη σε διάλογο με τις ελληνικές αρχές , επισημαίνοντας  ότι συνεχίζεται ο διάλογος καθώς   από το Μάρτιο έχει εκδοθεί και συγκεκριμένη οδηγία ώστε να διασφαλισθεί ότι «τα κράτη μέλη διαθέτουν τις βασικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας κατά την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις». «Σύμφωνα με την πρόταση, τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων της εθνικής αρχής ανταγωνισμού θα είναι υποχρεωμένα να ενημερώνουν τα υπόλοιπα μέλη αν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, κληθούν να αποφασίσουν για θέμα επί του οποίου έχουν συμφέρον που θα μπορούσε να επηρεάσει την αμεροληψία τους» τονίζει η κ. Βεστάγκερ στην απάντησή της.

Ακολουθούν ολόκληρα τα κείμενα της ερώτησης της ευρωβουλευτού της ΝΔ και του ΕΛΚ Μ. Σπυράκη και η απάντηση της Επιτρόπου Ανταγωνισμού  Μ. Βετσάγκερ:

Ερώτηση:

«Σύμφωνα με το ν. 4364/2016 α.282&1,7 και 8 για την Επιτροπή Ανταγωνισμού «Τα μέλη της απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, δεσμεύονται μόνο από το νόμο και τη συνείδησή τους και υποχρεούνται να τηρούν τις αρχές της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας». Επίσης, υπάρχει ασυμβίβαστο με την εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγένεια με πρόσωπο που είναι βουλευτής ή μέλος της κυβέρνησης.

Ανάμεσα στα πρόσωπα αυτών που θα περάσουν από συνέντευξη της αρμόδιας επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Ελληνικής Βουλής, για τις θέσεις του αντιπροέδρου και των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ανήκει υπάλληλος με οργανική θέση στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, αποσπασμένη στο γραφείο του Υπουργού Ψηφιακής Πολιτικής, και πρώην διευθύντρια νομικών υπηρεσιών της ΕΠΑΝΤ.

Ερωτάται η Επιτροπή:

  1. Εκτιμά ότι η συμμετοχή στη διαδικασία της παραπάνω υποψήφιας, η οποία δεν σχετίζεται με συγγενική αλλά με επαγγελματική/πολιτική σχέση, είναι συμβατή με τις απαιτήσεις της Ένωσης και, αν όχι, σε τι ενέργειες προτίθεται να προβεί προκειμένου να διασφαλίσει την ανεξαρτησία της ΕΠΑΝΤ;
  2. Βρίσκεται ακόμη σε διάλογο με τις ελληνικές αρχές, όπως είχε διαβεβαιώσει σε προηγούμενη απάντησή της, ώστε  να εξασφαλίσει ότι η επιλογή των μελών δεν θίγει την αποτελεσματική επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού της Ε.Ε. από την ΕΠΑΝΤ, αλλά και συμβάλλει στην αποπολιτικοποίηση της Δημόσιας Διοίκησης;»

Απάντηση:

«Όπως και όλα τα άλλα κράτη μέλη, η Ελληνική Δημοκρατία υποχρεούται, βάσει του άρθρου 35 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου[1], να διαθέτει αποτελεσματική αρχή ανταγωνισμού για την επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ (άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού, όπως η Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού, είναι σημαντικοί εταίροι της Επιτροπής στην επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ.

 

Πριν από την έγκριση της τροποποίησης του ελληνικού Νόμου περί Ανταγωνισμού στις 29 Ιανουαρίου 2016, η Επιτροπή ξεκίνησε διάλογο με τις ελληνικές αρχές για να διασφαλίσει ότι η τροπολογία δεν θα παρεμποδίσει την αποτελεσματική επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ από την Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού. Ορισμένες ανησυχίες κρίθηκε ότι αφορούσαν το σύνολο των διοικητικών υπηρεσιών στην Ελλάδα και, ως εκ τούτου, εξετάζονται οριζοντίως. Ο διάλογος της Επιτροπής με τις ελληνικές αρχές στο πλαίσιο αυτό συνεχίζεται.

 

Στις 22 Μαρτίου 2017, η Επιτροπή εξέδωσε πρόταση οδηγίας για την ενίσχυση των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν πιο αποτελεσματικά τους κανόνες ανταγωνισμού της ΕΕ[2]. Ένας από τους σκοπούς της πρότασης είναι να διασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν τις βασικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας κατά την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Σύμφωνα με την πρόταση, τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων της εθνικής αρχής ανταγωνισμού θα είναι υποχρεωμένα να ενημερώνουν τα υπόλοιπα μέλη αν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, κληθούν να αποφασίσουν για θέμα επί του οποίου έχουν συμφέρον που θα μπορούσε να επηρεάσει την αμεροληψία τους»[3].

 

[1]     ΕΕ L 1 της 4.1.2003, σ. 1.

[2]     http://ec.europa.eu/competition/antitrust/nca.html.

[3]     Άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ) και αιτιολογική σκέψη 15 της πρότασης.